Τρίτη, Φεβρουαρίου 22

Παράδοξα

Το έγραψε ο Αρανίτσης στην Ελευθεροτυπία, το έβαλε ο Ναυτίλος στο χθεσινό Μενού της ημέρας, το προωθεί και η αφεντομουτσουνάρα μου. Διαβάστε το κι εσείς και στείλτε και σε φίλους.


Εκκλησία σε κρίση: πρόβλημα και λύση

του Ευγένιου Αρανίτση

Στο ερώτημα του τι ακριβώς αντιπροσωπεύει ο Αρχιεπίσκοπός μας απαντάει όχι η διαμαρτυρία του Γιανναρά αλλά το ευφυολόγημα του ποιητή Νοέλ Αρνό, δηλαδή ότι ο Αρχιεπίσκοπος είναι, πρωτίστως, ο χώρος που καταλαμβάνει το σώμα του. Για μεγάλο διάστημα, αυτός ο ώς έναν βαθμό ανθρωπόμορφος χώρος, το πορώδες αυτό εκτόπισμα, ήταν ελαστικό και αφράτο. Σαν τέτοιο κυρίως, και όχι τόσο επειδή το λιβάνιζαν οι βουλευτές και οι δημοσιογράφοι, είχε θριαμβεύσει στις οθόνες των τηλεοράσεων και, κατά δεύτερο λόγο, στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, των οποίων τα κυριακάτικα φύλλα ο Μακαριότατος κοσμούσε με την ανέραστη αρθρογραφία του περί εράνων και Αποστολικής Διακονίας. Ωστόσο, τις πρώτες εκείνες μέρες, ναι μεν ο Μακαριότατος συνιστούσε το χώρο που καταλάμβανε αλλά δεν ξέραμε ποιο ακριβώς ήταν το φυσικό καθεστώς αυτού του χωρικού μεγέθους και τι περιείχε.

Από την άποψη της εμφάνισης, λοιπόν, θα μπορούσε να μας πείσει. Δεν ήταν όπως ο Καλλίνικος Πειραιώς ή ο Αττικής, που η πονηριά τους έκανε μπαμ. Τα άμφια του συγκεκριμένου Αρχιεπισκόπου «έγραφαν» στο γυαλί χίλιες φορές καλύτερα απ' ό,τι του κοκαλιάρη Σεραφείμ. Πρέπει να το παραδεχτούμε, ο Χριστόδουλος εγκαινίασε το ειδύλλιο τηλεόρασης και Εκκλησίας μ' ένα στιλ πρωτοφανές και ασυναγώνιστο. Καθώς γλιστρούσε από κανάλι σε κανάλι με μια βελούδινη διακύμανση, το νωχελικό του εκτόπισμα έμοιαζε να μετατοπίζεται πάνω σε αόρατες ράγες. Το σώμα διαλαλούσε, αυτοαναφορικώς, την ηδυπάθεια της εικόνας του. Παρά το χορευτικό του δρομολόγιο, ήταν συμπαγές και ασυμπίεστο, αντανακλώντας, συνεπώς, σαν βενετσιάνικος καθρέφτης, την υπναλέα παραιτημένη ψυχή του μέσου Ελληνα, που ροχάλιζε στον καναπέ της τηλεθέασης. Δεν διέκρινες πάνω του κανέναν σπασμό, κανένα ίχνος αμφιταλάντευσης, καμιά ενοχή και καμιά επιφύλαξη, εν ολίγοις καμιά ρωγμή. Ταυτισμένος πλήρως με τον εαυτό του, ο προκαθήμενος διέσχιζε την τηλεοπτική επιφάνεια με την αυτοπεποίθηση ενός μέντιουμ.

Φυσικά, τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας ικανότητας τονίζονταν απ' την πηγαία, όσο και αγέρωχη ανταπόκριση της μακαριότητάς του στις απαιτήσεις των οπερατέρ, καθώς πρόβαλλε στη σκηνή αθόρυβα και σε ταχύτητα slow motion, σαν γιγαντιαίο σαλιγκάρι που ακτινοβολεί. Το είδος αυτής της παχύρρευστης και αφοπλιστικά φωτογενούς προέλασης του θρησκευτικού μας ηγέτη ενθάρρυνε αποτελεσματικά την αποσιώπηση όλων των αμαρτιών που υποτίθεται ότι θεραπεύονταν με νηστεία και ταπεινότητα, ενώ δεν άφηνε τον παραμικρό υπαινιγμό ευαισθησίας απέναντι σε όλα όσα καθιστούν το πεπρωμένο του ανθρώπου θνητό και ευάλωτο, παρά μόνον μια διάχυτη αίσθηση αιώνιας τέρψης από την καλορυθμισμένη χώνεψη αστακών με μακαρονάδα.

Ετσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το σώμα του προκαθήμενου της Εκκλησίας μας, όπως η φιγούρα του αγαθού σουλτάνου στα παραμύθια, συμβόλιζε αρχικά την καθησυχαστική και κάπως ευτράπελη μεγαλοπρέπεια της Ανατολής, στον αργό βηματισμό της οποίας άρμοζε η σκέπη μιας αυτοκρατορικής μήτρας. Η Εκκλησία είχε γίνει η Χαλιμά, η Μητέρα που παραμυθιάζει. Και ιδού σε τι απαντούσε ο θαυμασμός του κόσμου. Αυτή η στομφώδης και συνάμα γλυκερή παρουσία, με τον δυσκίνητο αλλά αρμονικά κυλιόμενο όγκο της, έφραζε μάλλον κάθε δίοδο αμφισβήτησης των θεσμικών και πολιτικών κεκτημένων της αλλοτριωμένης Ορθοδοξίας τα οποία, σε μεταφορικό και εμβληματικό επίπεδο, συνέχιζαν να εναποτίθενται στη σάρκα τού επικεφαλής εν είδει εκλεκτής ποιότητας κυττάρων λιπώδους ιστού. Μοιραία, η περίπτωση έδινε στην τηλεόραση μια πολύτιμη ευκαιρία να φλερτάρει με προσομοιώσεις μυστικιστικών θεμάτων πολύ πριν τον Χαρδαβέλλα ενώ, ταυτόχρονα, η ακροαματικότητα χτύπησε κατευθείαν τη φλέβα ενός κοινού ήδη μυημένου στη λατρεία της Βέφας Αλεξιάδου, συνταξιούχους και νοικοκυρές που ανησυχούσαν για τις μηχανορραφίες του 666. Η τηλεόραση το αντιλήφθηκε αυτό εγκαίρως και έγινε ευσυγκίνητη στη Θεία Ευχαριστία όσο και μια Ηγουμένη. Εν τω μεταξύ, ιδιαίτερα επιβλητική είχε γίνει αυτή η εικόνα αιωρούμενη στον ουρανό του υπερθετικού της βαθμού, όταν οι κάμερες, στην εκκλησία, αναγκαστικά τοποθετημένες χαμηλά, κατέγραφαν την αρχιεπισκοπούσα οντότητα καθώς υψωνόταν μπροστά στην ωραία πύλη, σαν ζωντανό τοτέμ. Εκπληκτική καλοτυχία για τους φακούς, το ανάστημα της προσωπικότητας έδινε την εντύπωση πως ο προβληματικός μεταβολισμός των υδατανθράκων ήταν μια μεγαλόθυμη εξωτερίκευση της εύνοιας των Αγίων. Φαίνεται πως οι Αγιοι έκαναν όλη τη δουλειά, δηλαδή τις δημόσιες σχέσεις, ενώ ο προκαθήμενος τους αντιπροσώπευε αδρανής. "Με τον Χριστό σε θέση ιδιοκτήτη μιας Εκκλησίας που απέκτησε καταστατικό Ανώνυμης Εταιρείας, είχαμε βρει επιτέλους έναν συμπαθή μάνατζερ". Η ανάμνηση της εύθραυστης σωματικής φύσης των λιπόσαρκων ασκητών τής κυριολεκτικά πλέον μαρτυρικής Ορθοδοξίας δινόταν ως αντιπαροχή για τη νομιμοποίηση της καρικατούρας ενός καινούριου σταρ.

Οντως, προκειμένου να σε πιστέψει κρυφά, ο κόσμος έχει ανάγκη να τον εξαπατάς ολοφάνερα, δηλαδή να τον προσβάλλεις, και θα λέγαμε φερ' ειπείν ότι η δημοτικότητα της Αλεξιάδου καθόλου δεν μειώθηκε από το γεγονός ότι το απερίγραπτα ξινό της ύφος προδίδει παντελή έλλειψη ταξικής αλληλεγγύης προς τη μέση νοικοκυρά που καλείται να τη μιμηθεί. Παρομοίως, ο κόσμος δέχτηκε με χαρά την αντίφαση της επί τη εμφανίσει διαβεβαίωσης του Μακαριότατου ότι όχι μόνον δεν συμμερίζεται τα σχετικά με τη νηστεία και την παραίτηση της ψυχής από την τρυφηλή ζωή, αλλά θα ένιωθε απείρως πιο άνετα καθισμένος στον θρόνο του Ναβοχωδονόσορα και χαϊδεύοντας μια γάτα Αγκύρας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η διαταραχή του ισολογισμού των θερμίδων στο σώμα του προκαθήμενου σημειωνόταν, στη συνείδηση του τηλεοπτικού κοινού, σαν εκδήλωση σοφίας και πραότητας, ασφάλειας και πλησμονής, με μια πρόσθετη νύξη θεατρικής απάτης που μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να συγχωρεθεί. Μήπως και ο Θεός δεν μας εξαπατά κάθε που αθετεί τις υποσχέσεις του; Πονηρούλη Ιεχωβά!

Εξηγείται λοιπόν το γιατί ο Χριστόδουλος, αν και δεν μιλούσε ποτέ για καλοσύνη αλλά πάντα για ηθική, όπως κάνουν όλοι αυτοί της Χρυσοπηγής, κατέληξε πάντως να θεωρείται καλοσυνάτος και προσηνής. Κατόρθωσε να πουλάει μιαν αγαθότητα συμβατή με την κοσμική και σκερτσόζα αυθεντία των κυριών του πρωινού καφέ, μονίμως κοντά στη νοικοκυρά που προσεύχεται για μια σειρά από αμφίβολες εκβάσεις του ωροσκοπίου και, συνάμα, σε απόσταση τελετουργικού κύρους. Εν τέλει, το πάχος ανήγγειλε τον εαυτό του επί σκηνής ως ισοδύναμο μιας αγιότητας τόσο προφανούς και αδιαμφισβήτητης ώστε η ασκητική να της είναι, υποτίθεται, εντελώς αχρείαστη. Ηταν τέτοια η διφορούμενη αλλά αεροστεγής γοητεία αυτής της τηλεοπτικής παρουσίας στα μικροαστικά στρώματα ώστε το κοινό απέφυγε να συνειδητοποιήσει πως η παχυσαρκία μιλούσε, πολύ εύγλωττα, για ένα βουλιμικό και παμφάγο Εγώ, το οποίο στο τέλος θα καταβρόχθιζε, αναπόφευκτα, και τις ανοχές της ίδιας της ηθικής πλειοψηφίας που το ανέδειξε.

Χαμόγελο και δάκρυ, συνταγές αξεπέραστες, συνέβαλλαν σ' αυτή την παρωδία θρησκευτικής πνευματικότητας μέχρι που ο αντίκτυπος των περιττών κιλών άρχισε να επικάθεται στα εσωτερικά τοιχώματα του αρχιεπισκοπικού αξιώματος με τρόπο ιζηματικό. Οι πολιτικοί άρχισαν επίσης τώρα να δυσφορούν και μαζί η ελίτ των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, εξ επαγγέλματος προσκολλημένη στην ιδέα ότι τα γεγονότα είτε δεν πρέπει να τα μαθαίνεις ποτέ είτε πρέπει να τα μαθαίνεις προτού συμβούν, εν ολίγοις ότι τα γεγονότα καλόν είναι να στερούνται περιεχομένου και να εναλλάσσονται ταχέως. Εδώ, ο Μακαριότατος τα βρήκε σκούρα και η τηλεόραση, τη δουλειά της κάνοντας, είδε ότι δεν είχε άλλη λύση απ' το να ζητήσει πίσω την επένδυσή της. Ομως ο Χριστόδουλος δεν έβρισκε τίποτα περισσότερο να της δώσει, πλην του αναλλοίωτου τόνου ευαγγελικής κλάψας που διαπερνούσε τον νεόπλουτο φαρισαϊσμό του κυριακάτικου κηρύγματός του, πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, δεξιώσεις, δωρεές κ.λπ. Οπότε η ελίτ συνειδητοποίησε πως ο ευνοούμενός της, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανέφερε τα γεγονότα αφού συμβούν, κοντολογίς ήταν ήδη εκτός εποχής. Πράγματι, δεν αρκεί να στήσεις δύο Internet cafe για να εκσυγχρονίσεις την Εκκλησία. Ο λεγόμενος πατήρ Επιφάνιος θα μπορούσε, στο μέλλον, να τη διαλύσει γρηγορότερα μ' ένα δύο δελτία τύπου στα αγγλικά.

Μ' άλλα λόγια, το πάχος του Αρχιεπισκόπου άρχισε πλέον να πήζει, καθώς η εξουσία που του είχε παραχωρηθεί δρούσε σαν φτηνό συγκολλητικό της ψυχικής κενότητας των λόγων του. Το σώμα άρχισε να μετατρέπεται σε δυσκίνητο ελληνοχριστιανικό βάθρο για λογύδρια της δεκαετίας του '50, όπως στο συλλαλητήριο για τις ταυτότητες. Βαθμηδόν, η ψυχοκτόνος κοσμοαντίληψη της Χρυσοπηγής, που αρχικά παρουσιάστηκε ως θυμίαμα ακριβώς με την έννοια ότι, στην τηλεόραση, το θυμίαμα δεν μυρίζει, άρχισε να γίνεται υπερβολικά αντιαισθητική ακόμη και για τον Alter. Η τηλεόραση απαιτούσε σώμα και ύφος σεβάσμια μεν αλλά ευκίνητα και μεταβλητά ώστε να κρατάνε διαρκώς ανοιχτή γραμμή με την AGB. Αν το τηλεοπτικό εκκλησίασμα ήταν διχασμένο, χωρίς να το ξέρει, ανάμεσα στο ανακουφιστικό καλωσόρισμα της μεγαλοπρέπειας και στην πικρία από την επίδειξη ναπολεόντειας δόξας, η τηλεόραση κλήθηκε να το λυτρώσει, κόβοντας τα κεφάλια που προεξείχαν. Δεν της αρκούσε πλέον ο νεοβυζαντινισμός, ήθελε σενάρια γεμάτα έξαψη και μια δράση που να χτυπάει νούμερα. Αυτή η δράση ήρθε σήμερα σαν καταιγίδα.

Εδώ μπαίνω στη σκηνή εγώ, ο γράφων. Διότι όλο το παραπάνω ξυπνάει την αγανάκτησή μου για την εθνοσωτήρια, κρυπτο-χουντική ρητορεία αυτού του ανθρώπου, στο κέντρο της οποίας η αναπνοή του πάλαι ποτέ εκκλησιαστικού σώματος είχε καταντήσει να τροφοδοτείται αποκλειστικά με την προτεσταντική κακοσμία μιας απολιθωμένης θρησκευτικής ιδεολογίας, απερίγραπτα πρόσφορης σε τριτοκοσμικούς διακανονισμούς ανάμεσα σε κουτοπόνηρους μικροκομματάρχες. Εδώ, το αίμα του Χριστού διοχετεύτηκε στην προοπτική εικονογράφησης μιας δεισιδαιμονικής πίστης, ανεξάρτητης απ' την αμεσότητα της εμπειρίας, στην οποία, εντέλει, δεν χρωστούσε κανείς παρά το να την τιμά σαν το αυθαίρετο και παράλογο περιεχόμενο της ενοχής του.

Τι θα ήταν χειρότερο; Γυμναστική και πειθαρχία για ψυχές τόσο ξένες προς τη διδασκαλία της αγάπης, τόσο μακράν του ερωτικού πένθους της ελληνικής παράδοσης, επίσης τόσο εργατικές στο κυνήγι αξιωμάτων και πλούτου ώστε να επιτρέπεται από κάθε άποψη η σύγκριση της διαβόητης Χρυσοπηγής με φωλιά τερμιτών. Θα έλεγα το ίδιο ακριβώς αν μιλούσα για τον θυμό που μου προκαλεί το κιτς. Το κιτς δεν είναι μια πολυτέλεια του κακού, είναι μια δύναμη δολοφονική που ξεπηδάει από το βαθύ ρήγμα της πλήξης και του κομφορμισμού των μεσαίων στρωμάτων. Εκεί, ακόμη και το καλωσόρισμα των νεαρών με τα σκουλαρίκια έφτασε να θεωρείται σαν τολμηρή κατάκτηση.

Το πνεύμα αυτό είναι γνώριμο σ' εμένα από τα κατηχητικά, επί δικτατορίας, όπου μας υποχρέωναν να παρακολουθούμε γελοίες διαλέξεις, το μήνυμα των οποίων ήταν εμπνευσμένο από τους φαρμακόγλωσσους θεολόγους του Σωτήρα και της Ζωής. Κάθε τους λέξη έσταζε μίσος για την παλλόμενη ζωντάνια της εφηβείας μας, για τους πιο όμορφους και μυστηριώδεις φωτισμούς της διαίσθησής μας, για τις ανδρικές ορμόνες και για τις πιο κρίσιμες απ' τις απορίες που μας κρατούσαν δεμένους με την ανταύγεια των πραγμάτων. Ηταν μίσος για τις εντάσεις που μας καθόριζαν και για κείνη την ανώριμη αλλά φωτεινή περιέργεια προς την καρδιά της οποίας μας οδηγούσε ο μαγνητισμός της ηλικίας. Πουριτανοί στο έπακρο και φανατικοί πολέμιοι κάθε ψυχολογικού χειρισμού, το μόνον που τους ενδιέφερε ήταν να μας έχουν υπό έλεγχο και να μην αυνανιζόμαστε. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου.

Υπήρξαμε, τότε, παιδιά που ήλπιζαν να αποσπάσουν κάτι ανεπανάληπτο από τη συντροφικότητα, ενώ αυτοί μας δηλητηρίαζαν με τις αποκρουστικές αναθυμιάσεις ενός Μωσαϊκού Νόμου κομμένου στα μέτρα τους. Εμείς προβλέπαμε στο παιχνίδι και στην ανταλλαγή, σε μια έγκαιρη γνώση γύρω απ' τις εκκρίσεις του σώματος και στις πρωτότυπες χρήσεις της φαντασίας για εκδρομές στο φεγγάρι. Αυτοί μας δίδασκαν τον σεβασμό της ιδιοκτησίας, τη μιασματική αρρωστοφοβία του διεστραμμένου τους υπερεγώ, την υποκριτική άσκηση στην ευσέβεια και την άγρυπνη αντιπάθεια για ό,τι έλαμπε γύρω μας, για ό,τι αναδυόταν σαν αυθόρμητη ανταπόκριση στα μειδιάματα της φύσης. Η επιθυμία τους ήταν σε τέτοιο βαθμό λογοκριμένη ώστε προθυμοποιούνταν, σε κάθε ευκαιρία, να την εκδικηθούν σκοτώνοντας τη δική μας, αποθαρρύνοντας την αυθεντικότητα κάθε στοργικής κίνησης, την οποία ήθελαν, με λύσσα, να δουν να απορροφάται απ' τις κοινωφελείς τάχα εκστρατείες και τον προσκοπισμό των συσσιτίων, όπου πρωτοστατούσαν φθονερές γεροντοκόρες. Μπορούσες να αναπνεύσεις τη μυρωδιά του θανάτου εκεί μέσα.

Αυτή η μυρωδιά, κυρίες και κύριοι, ΔΕΝ είναι το λιβάνι των Αγίων, το λιβάνι το μύρισε, μη σας φανεί μελό, όποιος έχει διαβάσει Παπαδιαμάντη και όποιος άκουσε το τριζόνι, τις νύχτες του Ιουνίου στις Κυκλάδες. Εδωσα σήμερα έμφαση στο σώμα για να δείξω ότι λείπει το Πρόσωπο, η δύναμη να ονειρεύεσαι ένα κύμα αγάπης που σβήνει τα χνάρια όλων των κακών προθέσεων. Μας έκρυψαν για χρόνια, Χρυσοπηγή & Σία, ότι ο Θεός μιλάει με το βλέμμα της κοπέλας που κάθεται απέναντί σου, εδώ και τώρα. Μας απέκρυψαν ότι το δειλινό της Μεγάλης Παρασκευής είναι η πλέον ερωτική στιγμή του χρόνου και ότι η καλοσύνη πάει όπως η γύρη από άνθος σε άνθος. Μας έκρυψαν ότι η Κόλαση είναι η ανία των κανόνων και ότι, αν θέλεις να αισθανθείς την ανάσα του Θεού, πρέπει να κυνηγάς την εκπνοή του, όχι την εισπνοή. Πιθανόν απλώς να μην το ήξεραν.

Δεν με ενοχλεί που κλέβουν και πλουτίζουν, ούτε που έχουν εραστές, ούτε που ψοφάνε για μεγαλεία και πασαρέλα. Με ενοχλεί που τα κάνουν όλ' αυτά χωρίς λίγη αγάπη, λίγη γενναιοδωρία, λίγη έμπνευση, λίγο χιούμορ έστω. Περιφρονήστε τους!

eNet.gr 7 - 20/02/2005